ἀπαντᾶν

ἀπαντάω
move from
pres part act masc voc sg (doric aeolic)
ἀπαντάω
move from
pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic)
ἀπαντάω
move from
pres part act masc nom sg (doric aeolic)
ἀπαντᾶ̱ν , ἀπαντάω
move from
pres inf act (epic doric)
ἀπαντάω
move from
pres inf act (attic doric)
ἀπαντάω
move from
pres part act masc voc sg (doric aeolic)
ἀπαντάω
move from
pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic)
ἀπαντάω
move from
pres part act masc nom sg (doric aeolic)
ἀπαντᾶ̱ν , ἀπαντάω
move from
pres inf act (epic doric)
ἀπαντάω
move from
pres inf act (attic doric)
ἀπαντή
fem gen pl (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἁπαντᾶν — ἀπαντᾶν , ἀπαντάω move from pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἀπαντᾶν , ἀπαντάω move from pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἀπαντᾶν , ἀπαντάω move from pres part act masc nom sg (doric aeolic) ἀπαντᾶ̱ν , ἀπαντάω move from… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαντᾷν — ἀπαντάω move from pres inf act ἀπαντάω move from pres inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαντάν — ἀπαντά̱ν , ἀπαντή fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπάνταν — ἀ̱πάντᾱν , ἀπαντάω move from imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀ̱πάντᾱν , ἀπαντάω move from imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀπά̱ντᾱν , ἀπαντάω move from imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀπά̱ντᾱν , ἀπαντάω move from imperf ind act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • сретати — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  глаг. (греч. ἀπαντᾶν) идти навстречу, встречаться; (συναντᾶν)… …   Словарь церковнославянского языка

  • κωφότητα — η (AM κωφότης, ητος) [κωφός] 1. έλλειψη ακοής, κουφαμάρα 2. μτφ. αδιαφορία, αμέλεια («τοσαύτην κωφότητα καὶ τοσοῡτο σκότος παρ ὑμῶν ἀπαντᾱν», Δημοσθ.) 3. μτφ. νωθρότητα αρχ. αδυναμία τής ακοής, βαρηκοΐα …   Dictionary of Greek

  • παρακειμένως — Α επίρρ. 1. κοντά, παράλληλα, παραδίπλα («φησὶ σκύφον εἶναι παρακειμένως ἔχοντα τὰ ὦτα καθάπερ αἱ διάπρῳροι τῶν νεῶν», Αθήν.) 2: μετά από αυτά, έπειτα 3. με όμοιο τρόπο, ομοίως 4. με ευκολία, εύκολα, με ετοιμότητα, εκ τού προχείρου («ἵνα ἑτοίμως… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.